Πέμπτη, 1 Μαΐου 2008



Ό,τι λες στην πένα το γράφει.

Σκέπτεσαι θυμάσαι νομίζεις αγαπάς υπαγορεύεις.


Μερικά τα αποσιωπάς.

Όχι πὼς είσαι υποκριτής αλλά

λιγάκι σα να ντρέπεσαι που είναι τόσο λίγα

και σα να κομματιάζεσαι τόσα πολλά που είναι.

Με αφοσίωση σε ακούνε οι λέξεις

σε αντιγράφουν και η πένα διψασμένη

ρουφάει όσο μελάνι αφήνουν πίσω τους

- σαν τις σουπιές – τα συνταρακτικά

θολώνει η σύλληψή τους.

Όπως σου υπαγόρευσε η μοίρα να τα ζήσεις

γραμμένα σε δικό της

απορροφητικό χαρτὶ

έτσι ακριβώς κι εσύ τα υπαγορεύεις

στην άγνωστη ποιότητα του μέσου που διαθέτεις.

Καμιά φορά όταν η πένα μπάζει κρύο

γιατὶ οἱ προφυλάξεις έχουν πετσικάρει

απ᾿ των δεινών την παλαιότητα

λίγο παραμορφώνεις την εἰκόνα

-αίσθημα που δριμύ χειμώνα δρέπει

το στρέφεις να μαζεύει χαμομήλια

και κάπως έτσι γλυκαίνει του κειμένου ο καιρός.

Όλα ετούτα και άλλα μαζὶ

τα παίρνει φεύγοντας ο χρόνος

σα να ῾τανε δικά του.

Κάποια στιγμή του τα ζητάς τ᾿ ανοίγεις

θέλεις να δεις εάν θυμάται το χαρτί όσα

του υπαγόρευσες γιατὶ ακόμα

και της άψυχης εγγύησης η μνήμη

με τον καιρό κι αυτή αδυνατίζει.

Ταράζεσαι χλωμιάζεις βλέπεις

νά ῾χουν γραφτεί πράγματα ποὺ δεν είπες

τον εαυτό σου αγνώριστο

κι οι πράξεις του θρασύδειλες

να θριαμβεύει ως θύμα


κι άλλα κι άλλα τερατώδη, επονείδιστα

που και νεκρός να είσαι

ντρέπεσαι να τα πεις

με το γυμνό όνομά τους.

Φρίττεις κι ερμηνεύεις

πὼς όλα είναι βγαλμένα

τάχα απ᾿ της γραφής το άρρωστο μυαλό.

Σε λιγοστεύει σε ταπεινώνει να παραδεχτείς

πὼς όλ᾿ αυτά τα ανίδεα που γράφουμε

γνωρίζουνε για μας περισσότερα

και πιο αβυσσαλέα

απ᾿ όσα μισοξέρουν όσα ζήσαμε.


Δεν υπάρχουν σχόλια: